Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Κεφάλαιο 16


16Α. Λεξιλόγιο

Ουσιαστικά
(1θ) fuga, -ae: φυγή [ex fuga: μετά τη φυγή]
(2α) gladius, -ii/i: ξίφος, σπαθί
(2α) legatus, -i: απεσταλμένος, πρεσβευτής
(2α) numerus, -i: αριθμός
(2ο) arma, armorum: όπλα [χωρίς ενικό αριθμό]
(2ο) pilum, -i: ακόντιο, δόρυ
(2ο) signum, -i: σημαία
(2ο) tergum, -i: πλάτη, νώτα [post tergum: στα νώτα, terga verto: στρέφω τα νώτα, το βάζω στα πόδια]
(3α) eques, equitis: ιππέας
(3α) princeps, principis: ηγεμόνας
(3θ) cohors, cohortis: κοόρτη
(4α) equitatus, -us: ιππικό

Επίθετα
(2) vivus, viva, vivum: ζωντανός
(2) reliquus, reliqua, reliquum: υπόλοιπος
(2) posterus, postera, posterum: επόμενος [postero die: την επόμενη μέρα]
(3) militaris, militaris, militare: στρατιωτικός

Ρήματα
(1) appropinquo, appropinquavi, appropinquatum, appropinquare: πλησιάζω
(2) iubeo, iussi, iussum, iubere: διατάζω
(3) capio, cepi, captum, capere: πιάνω, συλλαμβάνω
(3) cerno, crevi, cretum, cernere: διακρίνω [το σουπίνο δεν είναι εύχρηστο και στη θέση του χρησιμοποιείται το σουπίνο του ρήματος conspicio – conspectum, conspicio, conspexi, conspectum, conspicere: βλέπω, πέφτει το μάτι μου]
(3) comprehendo, comprehendi, comprehensum, comprehendere: συλλαμβάνω
(3) consido, consedi, consessum, considere: κάθομαι [sido, sedi, sessum, sidere: καθίζω]
(3) dedo, dedidi, deditum, dedere: παραδίνω
(3) discedo, discessi, discessum, discedere: αποχωρώ, σκορπίζομαι
(3) fio, factus sum, fieri: γίνομαι (ημιαποθετικό, χρησιμοποείται ως παθητικό του facio) – fit: συμβαίνει, απρόσωπο
(3) fugio, fugi, fugitum, fugere: φεύγω
(3) gero, geri, gestum, gerere: κάνω [rem gero: μάχομαι, bellum gero: πολεμώ]
(3) interficio, interfeci, interfectum, interficere: σκοτώνω
(3) mitto, misi, missum, mittere: ρίχνω
(3) occīdo[1], occidi, occisum, occidere: σκοτώνω
(3) occuro, occuri/occucuri, occursum, occurere: επιτίθεμαι [+ δοτική]
(3) produco, produxi, producrum, producere: οδηγώ μπροστά
(3) proicio, proieci, proiectum, proicere: ρίχνω, πετάω, καταθέτω
(3) refero, rettuli, relatum, referre: παραδίνω
(3) trado, tradidi, traditum, tradere: παραδίνω
(3) verto, verti, versum, vertere: στρέφω [terga verto: στρέφω τα νώτα, το βάζω στα πόδια]

Προθέσεις, επιρρήματα, σύνδεσμοι
(E) eo: σε αυτόν τον τόπο [συσχετικό αντωνυμικό επίρρημα]

16Β. Μετάφραση
Αφού οι στρατιώτες μας έριξαν τα ακόντια στους εχθρούς, μάχονταν με τα ξίφη. Ξαφνικά πίσω τους διακρίνεται το ιππικό μας· οι κοόρτεις πλησιάζουν· οι εχθροί στρέφουν τα νώτα τους και φεύγουν [τρέπονται σε άτακτη φυγή]· τους επιτίθενται οι ιππείς. Γίνεται μεγάλη σφαγή. Ο Σεδούλιος, ο στρατηγός και ηγεμόνας των Λεμοβίκων, σκοτώνεται· ο στρατηγός των Αρβέρνων πιάνεται ζωντανός πάνω στη φυγή· στον Καίσαρα παραδίνονται εβδομήντα τέσσερα (74) στρατιωτικά λάβαρα· μεγάλος αριθμός εχθρών αιχμαλωτίζεται και εκτελείται· οι υπόλοιποι μετά τη φυγή σκορπίζονται στις επικράτειές τους. Την επομένη (οι Γαλάτες) στέλνουν πρεσβευτές στον Καίσαρα. Ο Καίσαρας τους διατάζει να παραδώσουν τα όπλα και να φέρουν μπροστά του τους αρχηγούς τους. Ο ίδιος παίρνει θέση μπροστά στο στρατόπεδο· (οι Γαλάτες) οδηγούν τους αρχηγούς τους στο σημείο αυτό. Παραδίνουν το Βερκιγκετόριγα και καταθέτουν τα όπλα τους.




[1] οccīdo = οb + caedo (= κόβω). Το ρήμα τονίζεται στην παραλήγουσα. Προσοχή να μη συγχέεται με το ρήμα occĭdo, occĭdi, occasum, occidere (ob + cado): πέφτω, που τονίζεται στην προπαραλήγουσα.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.